καί τοι

καί τοι,
A and indeed, and further, freq. in Hom. with one or more words between, Il.1.426, al.;

καὶ σύ τοι E.Med.344

; [full] καὶ

τἆλλά τοι X.Cyr.7.3.10

: once in Hom. as one word, Il.13.267.
II after Hom. usu., and yet, to mark an objection introduced by the speaker himself, freq. in Rhetorical questions, καίτοι τί φημι; A.Pr.101; κ. τί φωνῶ; S.OC1132, cf. Isoc.4.99, etc.: without a question,

κ. φύγοιμ' ἄν E.Cyc.480

;

κ. καὶ τοῦτο . . D.4.12

, 18.122: strengthd., καίτοι γ' Ar.Ach.611, E.Fr.953.10, X.Mem.1.2.3, Ph.1.274, etc.: mostly separated,

καίτοι . . γε E.Or.77

, Ar.Ra.43, X.Mem.3.12.7, etc. (καίτοι is f.l. in A.Eu.849); so καίτοι περ v.l. in Hdt.8.53.
III with a participle, much like καίπερ, Simon.5.9, Ar.Ec.159, Pl.R. 511d, Plb.22.8.13, Phld.Ir.p.22 W., Luc.Alex.3: once in the [dialect] Att. Oratt., Lys.31.34; also

καίτοι γε διαχλευάζων Pl.Ax.364b

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Καὶ τοῦτο τοι τ’ἀνδρεῖον, ἡ προμηθία. — καὶ τοῦτο τοι τ’ἀνδρεῖον, ἡ προμηθία. См. Все можно, только осторожно …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • τοι — (I) Α (μόριο) ΣΗΜΑΣΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗ χρησιμοποιείται: 1. για να συγκεφαλαιώσει ή για να εκφράσει ένα θετικό συμπέρασμα: λοιπόν, επομένως, όπως βλέπεις («οὗτός τοι... ἀπὸ στρατοῡ ἔρχεται ἀνήρ», Ομ. Ιλ.) 2. (συν. στους τραγικούς) για να εισαγάγει ένα… …   Dictionary of Greek

  • τοί — (I) ταί, Α (άρθρ.) (ονομ. πληθ.) βλ. ο. (II) ταί, Α ονομ. πληθ. τής αναφ. αντων. ὅς. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για την ονομ. πληθ. τού άρθρου ὁ, ἡ, τό, που χρησιμοποιήθηκε αρχικά και ως αναφορική αντωνυμία (βλ. λ. ο, η, το)] …   Dictionary of Greek

  • Πολλοί τοι πόσιος καὶ βρώσιος εἰσὶν ἑταῖροι. — См. При пиве, при бражке много братьев …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Πολλάκις τοι καὶ μωρός ἀνὴρ κατακαίριον εἶπεν. — См. У мужика кафтан сер, да ум у него не волк съел …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • καίτοι — (AM καίτοι ή καί τοι) (εναντ. σύνδ.) αν και, μολονότι («καίτοι τού τηλεφώνησα δεν ήλθε») αρχ. 1. και όμως, παρ όλα αυτά («καίτοι τί φημι;», Αισχύλ.) 2. και βέβαια, και αληθινά («καὶ σύ τοι παίδων πατὴρ πέφυκας», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < και (Ι) +… …   Dictionary of Greek

  • έτοιμος — η, ο (ΑΜ ἕτοιμος, η, ον και ἕτοιμος, ον Α και ἑτοῑμος, η, ον και ἑτοῑμος, ον) 1. ο παρασκευασμένος, ο προετοιμασμένος για κάτι, ο πρόχειρος, ο διαθέσιμος, ο κατάλληλος για άμεση χρήση (α. «ὀνείαθ ἑτοῑμα προκείμενα», Ομ. Οδ. β. «καί τοι ταῡτα… …   Dictionary of Greek

  • ЭККЛЕСИЯ —    • Έκκλησία,          народное собрание, в греческих республиках настоящий центр верховной власти, в разных государствах состояло из различных элеметов и имело различные полномочия. Нам предстоит заняться преимущественно афинскою и спартанскою… …   Реальный словарь классических древностей

  • Archaic Greek alphabets — Greek alphabet Αα Alpha Νν Nu Ββ Beta …   Wikipedia

  • αν — (I) ἄν (Α) (επ. αιολ. και θεσσ. κε(ν), δωρ. και βοιωτ. κα) δυνητ. μόριο που χρησιμοποιείται με ρήματα, για να δηλώσει ότι κάτι υπάρχει ή συμβαίνει υπό ορισμένες περιστάσεις ή προϋποθέσεις παρουσιάζει ποικίλη χρήση και γι αυτό δεν είναι δυνατόν να …   Dictionary of Greek

  • τοιγάρτοι — Α (συμπερ. μόριο) επιτεταμένος τ. τού τοιγάρ και τού τοιγαροῡν. [ΕΤΥΜΟΛ. < τοιγάρ* + μόριο τοι (ΙΙ) (πρβλ. καί τοι)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.